Η πολιτισμική επιστροφή του ροκ: Όταν τα παιδιά μας ακούν τη μουσική που φοβηθήκαμε

Η γενιά του TikTok ανακαλύπτει τη βαθιά ψυχή της μουσικής των ’80s και ’90s

Είναι παράξενο το πώς επιστρέφουν μερικά πράγματα.

Πράγματα που κάποτε θεωρήθηκαν ξεπερασμένα, θορυβώδη, ακόμα και επικίνδυνα.

Πράγματα που αφορίστηκαν στα εφηβικά μας χρόνια —και τώρα γυρίζουν από την πίσω πόρτα, φορεμένα στα AirPods των παιδιών μας.

Στο δωμάτιο της κόρης μου παίζει μουσική.

Όχι trap. Χωρίς autotune.

Όχι τα τραγούδια των 15 δευτερολέπτων που γεννιούνται και πεθαίνουν μέσα σε ένα story του TikTok.

Η κόρη μου ακούει ροκ. Κι αν αυτό ακούγεται απλό, είναι στην πραγματικότητα ένα μικρό πολιτισμικό θαύμα.

Γιατί σε μια εποχή όπου όλα είναι επιφανειακά και βιαστικά,κάποια παιδιά γυρνούν πίσω.

Ψάχνουν μελωδίες που αντέχουν. Στίχους που πονάνε.Κιθάρες να γρυλίζουν εφηβεία.

Και πώς φτάνει ένα παιδί στους The Smiths, στους Clash, στους Joy Division;

Στη δική μου περίπτωση η απάντηση είναι απλή — και λίγο μαγική: Stranger Things.

Μια σειρά γεμάτη τέρατα και αναφορές. Μια παραγωγή που έγινε δίαυλος — όχι μόνο για τα φανταστικά, αλλά και για τα αληθινά φαντάσματα των ’80s: τη μουσική, τη μοναξιά, την ένταση, την εσωτερική μάχη.

Μέσα από τα επεισόδια της σειράς και με τη βοήθεια του TikTok —που λειτουργεί σαν φουτουριστικό πικάπ —τα παιδιά άκουσαν Kate Bush και το Running Up That Hill, μαγεύτηκαν με τον David Bowie, λικνίστηκαν με τους Bangles, χοροπήδησαν με τους Foreigner, τους Queen, τους Journey και τους Toto.Έμαθαν τους New Order, τους Echo and the Bunnymen, τους The Who.

Κι έφτασαν μέχρι τους Bon Jovi και τους Metallica.

Και μετά… προχώρησαν

Ένα πρωί, στην κουζίνα, μου είπε:

«Άκου αυτό».

Και πάτησε το play. Στο Spotify…

Κι άρχισε ο Jon Bon Jovi να τραγουδά…Bed of Roses.

Η φωνή του γνώριμη. Η μελωδία σαν φωτογραφία που είχε χαθεί βαθιά στο συρτάρι.

Ξαφνικά δεν ήμουν ο γονιός. Ήμουν ο έφηβος με το κασετόφωνο στο πάτωμα, που περίμενε να τελειώσει η πλευρά Β για να ξανακούσει το ίδιο τραγούδι.

Και λίγες μέρες μετά —με τον αέρα πιο βαρύ και το φως χαμηλό —μου είπε:

«Θέλω να ακούσεις κάτι άλλο».

Πάτησε ξανά το play στο Spotify.

Και τότε ήρθε το One.

Οι Metallica. Οι δικοί μου Metallica.

Σκοτάδι. Αργές νότες που βαραίνουν τον αέρα.

Η φωνή που κλιμακώνεται και γίνεται κραυγή.

Γύρισα και την κοίταξα.

«Σου αρέσει αυτό;» τη ρώτησα.

Και μου απάντησε:

«Δεν είναι για να μ’ αρέσει. Είναι για να το νιώθω».

Τη στιγμή εκείνη κατάλαβα:

Δεν είναι μόδα. Δεν είναι φάση.

Είναι αναζήτηση.

Μέσα στην αβάσταχτη ελαφρότητα της καθημερινότητας,

μερικά παιδιά επιλέγουν το δρόμο της αναζήτησης. Ότι ακούγαμε σαν επανάσταση,

εκείνα τα ακούν  ως λύτρωση.

Και να που το ροκ, σε κάθε μορφή του…απαλό, progressive,hard,

που κάποτε αφορίστηκε ως σατανικό, βίαιο, περιθωριακό,

τώρα γίνεται καταφύγιο.

Γιατί μπορεί να αλλάζουν οι εποχές, αλλά η ψυχή — εκείνη που πονάει, αγαπάει, ζητάει —

πάντα ψάχνει μια κιθάρα να την εκφράσει.

Η κόρη μου ακούει μουσικές.

Τις δικές μου μουσικές.

Και έτσι, ίσως, ακούμε πια τον κόσμο… μαζί.

Η ζωή μου όλη είναι μια κούτα

Ό,τι δεν χώρεσε στις λέξεις, το έβαλα σε κούτες.

«Σκέφτηκα να σας διαβάσω κάτι προσωπικό. Είναι η ιστορία μου — ή μάλλον, η ιστορία των κουτιών που με σε συνόδεψαν  σε… συσκευασία αναμνήσεων.»

Αν η ζωή ήταν μια  μεταφορά, η δική μου θα ήταν σίγουρα με φορτηγό, αυτό που είναι γεμάτο κούτες. Ναι, σωστά διάβασες. Η ζωή μου όλη είναι μια κούτα, όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά.

Η πρώτη μου επαφή με την έννοια «κούτα» έγινε όταν ακόμα δεν ήξερα να λέω τη λέξη, έπινα Νουνού και έπαιζα με τις κούτες από τα γάλατα λες κι ήταν το καλύτερο παιχνίδι του κόσμου. Στην ηλικία που άλλα παιδιά μάθαιναν να περπατάνε, εγώ είχα ήδη κατακτήσει την τέχνη του να μπαίνω ολόκληρος μέσα σε μια κούτα, κούτες-καρότσια, κούτες-σπίτια, κούτες-διαστημόπλοια…Για μένα, η φαντασία είχε πάντα ορθογώνιο σχήμα και διπλό πάτο.

Όσο μεγάλωνα, οι κούτες άλλαζαν κι αυτές. Από τα κουτιά του Νουνού, περάσαμε στα κουτιά των παπουτσιών – εκείνα που έκρυβα τους πρώτους μου θησαυρούς: τα αυτοκόλλητα της Panini, τις μπίλιες μου, έναν μισογραμμένο κατάλογο με τους συμμαθητές από το δημοτικό μην τύχει και ξεχάσω κανένα-δεν είχαμε Facebook ή Viber τότε! Κάθε κούτα, μια εποχή, ένας σταθμός σε χαρτοκιβώτιο.

Ο Σεπτέμβρης σήμαινε νέα τετράδια, καινούρια μολύβια και φυσικά… νέα κούτα να τακτοποιήσω τα παλιά βιβλία και τετράδια… Η μητέρα μου έλεγε «μην πετάξεις τίποτα, κράτα το στην κούτα, ίσως χρειαστεί», λες και η ζωή μου ήταν διαρκώς σε προετοιμασία για μετακόμιση. Και δεν είχε άδικο τελικά…μετά το λύκειο πανελλήνιες σε μια  εποχή, που ότι αγαπούσα (ή έπρεπε να αγαπήσω) χωρούσε σε μία κούτα: βιβλία, σημειώσεις, post – it και νεύρα. Κυρίως νεύρα. Και όταν πέρασα στη Σχολή….ήταν η αρχή από πολλές κούτες, με σιδερωμένες στολές και… κουβάλημα. Τι κουβαλούσαμε; Κούτες. Πολλές κούτες. Ό,τι είχα, ό,τι μου επιτρεπόταν να πάρω μαζί μου, ήταν πακεταρισμένο, ταξινομημένο και αριθμημένο. Η ζωή μου ξαφνικά απέκτησε καπάκι, ταινία συσκευασίας και όνομα! Ναι καλά διαβάσατε… όνομα! Άλλη πόλη, άλλη βάση, άλλο σπίτι, άλλη κούτα, «κούτα Αλεξανδρούπολης», «κούτα Κομοτηνής», «κούτα Μυτιλήνης»…

Έμαθα να μετράω τις φάσεις της ζωής μου όχι σε χρόνια, αλλά σε χαρτοκιβώτια. Και κάθε κούτα, ένα στάδιο…Δεν είναι απλώς αποθηκευτικός χώρος, αλλά ένα ημερολόγιο, κάτι σαν το προσωπικό μου timeline. Για άλλους είναι χαρτοκιβώτια. Για μένα, είναι κεφάλαια σε αυτό το ιδιόμορφο ημερολόγιο.

Υπάρχει πάντα και μία κούτα που δεν ανοίγεται ποτέ, η «κούτα με τα σημαντικά», με τις αναμνήσεις, που σε κάθε μετακόμιση λες «θα την ανοίξω κάποια στιγμή να δω τι έχει» και τελικά την αφήνεις κλειστή – γιατί ξέρεις πως αν την ανοίξεις, ίσως αργήσεις να την ξανακλείσεις. Ναι εκείνη με τα γράμματα, τους παππούδες του σημερινού email…

Η ζωή μου όλη είναι μια κούτα. Και το ωραίο; Δεν ξέρεις ποτέ τι θα βρεις μέσα. Όπως και στη ζωή δηλαδή. Και τώρα, κάθομαι ξανά μπροστά σε μια ανοιχτή κούτα και σκέφτομαι τι να βάλω πρώτο: τα ρούχα ή τις κορνίζες; Πάντα διστάζω με τις φωτογραφίες. Είναι κάτι σε αυτές που σε κρατάει πίσω. Κι εγώ πρέπει –πάλι– να πάω μπροστά. Πάντα υπάρχει μια κούτα έτοιμη. Και πάντα, ένα κομμάτι μου μένει πίσω μαζί της. Σαν να αφήνω ένα αποτύπωμα, ένα σημάδι πως ήμουν εδώ. Κι όταν ανοίγω την επόμενη, νιώθω πως δεν ξεκινάω από το μηδέν. Κουβαλάω μαζί μου όλα τα προηγούμενα. Και μέσα σε όλα αυτά τα χαρτόκουτα, ψάχνω κάθε φορά να βρω λίγο χώρο και για μένα.

Λένε πως οι αναμνήσεις δεν χωράνε σε κουτιά. Δεν ξέρουν τι λένε.

Η ζωή μου όλη είναι μια κούτα. Και κάθε φορά που την κλείνω, είναι σαν να κλείνω ένα κομμάτι χρόνου. Τραβώ τη ταινία σφιχτά, όχι για να φυλακίσω όσα έζησα, αλλά για να τους υποσχεθώ πως δεν θα τα ξεχάσω. Γιατί αύριο, το ξέρω, μια νέα κούτα θα ανοίξει. Και ίσως, μέσα στον θόρυβο του χαρτονιού που διπλώνεται, ν’ ακούσω ξανά παιδικές φωνές, μυρωδιές από καλοκαίρια, απογεύματα γεμάτα όνειρα. Όλα εκείνα που γέμισαν τις κούτες μου χωρίς ποτέ να τις βαραίνουν. Όλα εκείνα που με κράτησαν παιδί, όσο κι αν μεγάλωσα.

Όσο γεμίζουν οι κούτες με πράγματα και στιγμές, άλλο τόσο μεγαλώνει μέσα μας ο χώρος για όσα δεν έχουν ακόμη γραφτεί.

Πάντα θα υπάρχει μια κούτα που θα περιμένει το επόμενο ταξίδι. Πάντα θα υπάρχει μια θέση για ένα καινούριο χαμόγελο, ένα βλέμμα, μια ανάμνηση που ακόμα δεν έχει γεννηθεί.

Κι έτσι, πακετάροντας και ξεπακετάροντας, μαθαίνουμε να ζούμε. Να θυμόμαστε. Και, κάπου βαθιά, να ελπίζουμε.

Σα ταφία

Θυμάμαι το χωριό να μυρίζει Πάσχα και λιβάνι, όχι εκείνο το λιβάνι της Μεγάλης Εβδομάδας, το βαρύ…το άλλο, το ελαφρύ, εκείνο που το φέρνει ο ανοιξιάτικος αέρας και το μπλέκει με το άρωμα του τσουρεκιού, με το ρακί και τα λοιπά εδέσματα…

Ήμουν παιδί τότε και δεν πολυκαταλάβαινα γιατί πηγαίναμε πρωί-πρωί στην εκκλησία της Παναγίας και μετά στα μνήματα, φυσική συνέχεια της λειτουργίας… Οι μεγάλοι έστρωναν τα τραπεζομάντηλα, οι γυναίκες έβγαζαν αυγά και τσουρέκια, οι άντρες στεκόντουσαν σκυφτοί πλάι στους τάφους και περίμεναν τους ιερείς για το τρισάγιο. Εγώ τριγύριζα ανάμεσα στους τάφους με τον αδερφό μου, παίζαμε με τα κόκκινα αυγά και ψιθυρίζαμε το «Xριστός Ανέστη» μην τύχει και μας μαλώσουν οι μεγάλοι.

Ναι μου άρεσε εκείνη η μέρα…Ήταν χαρούμενη…καμία σχέση με την ιδέα του θανάτου που μας έκανε και φοβόμασταν. Εκεί πάνω απ’ τα μνήματα, όλοι μιλούσαν για τους νεκρούς σαν να ζούσαν ακόμα. «Ο παππούς σου θα γελούσε μ’ αυτό», έλεγε η γιαγιά. «Η γιαγιά σου πάντα μάλωνε τον πατέρα σου που έβαζε πολύ αλάτι στη σαλάτα», θυμόταν η θεία, μια συζήτηση σαν να ήταν όλοι εκεί, οι ζωντανοί και οι πεθαμένοι, σε μια κοινή γιορτή.

Οι ήχοι της ποντιακής λύρας αντηχούσαν και οι μεγαλύτεροι έλεγαν δίστιχα, ενώ κάποιοι δεν δίσταζαν να χορέψουν…για να θυμηθούν. Το έθιμο ήταν ακριβώς αυτό: να κάνεις παρέα με τους απόντες, σαν να μην είχαν φύγει ποτέ…να στέκεσαι απέναντί τους με το κόκκινο αυγό στο χέρι και να τους λες: «Είμαι εδώ και δεν σε ξέχασα»…

Γιατί οι Πόντιοι πάντα πίστευαν πως οι ψυχές των νεκρών βρίσκονται κοντά τους, ιδίως από την Ανάσταση ως την Πεντηκοστή. Δεν έκλαιγαν…καλωσόριζαν και το κοιμητήριο μεταμορφωνόταν σε αυλή σπιτιού, με τις σκιές των προγόνων καθισμένες δίπλα μας…σιωπηλοί και παρόντες.

Και μετά… μετά τα χρόνια πέρασαν, η γιαγιά έφυγε, η θεία δεν μπορούσε να κατέβει κι ο πατέρας κουράστηκε να κουβαλάει τραπεζομάντηλα και τσουρέκια, ώσπου κάποια χρονιά δεν πήγαμε και την επόμενη το ίδιο…Και κάπως έτσι το έθιμο έγινε ανάμνηση, όπως και οι άνθρωποι του.

Κάποτε πήγα μόνος μου.. δεν υπήρχαν τραπεζομάντηλα, ούτε τσουρέκια και κόκκινα αυγά, ούτε λύρες να παίζουν. Μόνο κάτι λιγοστοί, σιωπηλοί άνθρωποι, με το κερί στο χέρι. Μου ήρθε να φωνάξω «Χριστός Ανέστη», να τσουγκρίσω  ένα αυγό και να μιλήσω για τη γιαγιά. Μα δεν έβγαινε φωνή….

Το ταφικό έθιμο των Ποντίων δεν είναι πένθος, αλλά ανάσταση…είναι μνήμη που δεν χάθηκε, γιατί είχε ρίζες…μόνο που κι αυτές οι ρίζες, αν δεν τις ποτίσεις με ιστορία, με λόγια και με παιδικά γέλια και με τσουγκρίσματα κόκκινων αυγών, ξεραίνονται.

Αν ποτέ αποκτήσω παιδιά, θα τους πάω στα μνήματα να τους δείξω πού καθόταν η γιαγιά, πώς άπλωνε με ευλάβεια το τραπεζομάντηλο…Να τους μιλήσω για τον παππού που έλεγε το «Χριστός Ανέστη» πιο δυνατά από όλους – λες και το ‘λεγε για να τον ακούσουν οι δικοί του στον Πόντο. Να τους δείξω πώς τσουγκρίζουμε τα αυγά κοιτώντας τον άλλον στα μάτια και πώς η λύρα – όταν ακουγόταν – έδενε το παρόν με το παρελθόν και τη ζωή με το θάνατο…Ίσως στην αρχή να τους φανεί παράξενο, μακάβριο, αλλά μετά – το ξέρω – θα αρχίσουν να ρωτούν για τους παλαιούς…

Και τότε θα ξέρω πως το έθιμο δεν χάθηκε…μπορεί να σώπασε λίγο, να έγειρε κουρασμένο στη μνήμη μας, μα δεν χάθηκε, γιατί όσο υπάρχει κάποιος να θυμάται, να πηγαίνει, να στρώνει, να τραγουδά και να γελά πάνω απ’ τα μνήματα… εκεί είναι η συνέχεια, είναι ρίζα, είναι σπίτι. Και δεν υπάρχει πιο ζωντανός τόπος από εκείνον που τον ποτίζει η μνήμη.

Γιατί το ταφικό έθιμο των Ποντίων δεν ήταν απλώς μια συνήθεια, ήταν μια ολόκληρη κοσμοαντίληψη, απάντηση στη λήθη. Κι αν λιγοστέψουν οι λύρες και τα χέρια που απλώνουν τραπεζομάντηλα ανάμεσα στους σταυρούς…όσο υπάρχει ένας να διηγείται στο παιδί του την ιστορία του παππού και ένα αυγό τσουγκρίζει πάνω από μια φωτογραφία, όσο το «Χριστός Ανέστη» λέγεται έστω και ψιθυριστά μπροστά σε ένα μνήμα — η μνήμη θα κρατά ζωντανή την ιστορία…

Το Ταφικό Έθιμο των Ποντίων, γνωστό και ως «σα ταφία», είναι μια πανάρχαια παράδοση που διατηρήθηκε ακέραια μέσα στους αιώνες. Στον Ιστορικό Πόντο, συνήθως τη δεύτερη μέρα του Πάσχα, αλλού του Θωμά και αλλού την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής, οι οικογένειες επισκέπτονταν τα μνήματα, προσφέροντας φαγητό και περνούσαν χρόνο  στους τάφους των αγαπημένων τους, μια πράξη πίστης στην Ανάσταση, αλλά και τιμής και αγάπης προς τους προγόνους.

Μετά τον ξεριζωμό, το έθιμο αυτό μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και συνεχίστηκε στις νέες πατρίδες και το κρατήθηκε  ζωντανό, ενώ σε πολλές περιοχές τελείται ακόμη, με τον κίνδυνο της λήθης είναι πάντα παρών. Η αναβίωση του εθίμου δεν είναι απλώς πολιτιστικό καθήκον. Είναι η επιβίωσης της συλλογικής μνήμης…και ένα άσβεστο χρέος …

My music…My rules…

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε