Ό,τι δεν χώρεσε στις λέξεις, το έβαλα σε κούτες.
⸻
«Σκέφτηκα να σας διαβάσω κάτι προσωπικό. Είναι η ιστορία μου — ή μάλλον, η ιστορία των κουτιών που με σε συνόδεψαν σε… συσκευασία αναμνήσεων.»
⸻
Αν η ζωή ήταν μια μεταφορά, η δική μου θα ήταν σίγουρα με φορτηγό, αυτό που είναι γεμάτο κούτες. Ναι, σωστά διάβασες. Η ζωή μου όλη είναι μια κούτα, όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά.
Η πρώτη μου επαφή με την έννοια «κούτα» έγινε όταν ακόμα δεν ήξερα να λέω τη λέξη, έπινα Νουνού και έπαιζα με τις κούτες από τα γάλατα λες κι ήταν το καλύτερο παιχνίδι του κόσμου. Στην ηλικία που άλλα παιδιά μάθαιναν να περπατάνε, εγώ είχα ήδη κατακτήσει την τέχνη του να μπαίνω ολόκληρος μέσα σε μια κούτα, κούτες-καρότσια, κούτες-σπίτια, κούτες-διαστημόπλοια…Για μένα, η φαντασία είχε πάντα ορθογώνιο σχήμα και διπλό πάτο.
Όσο μεγάλωνα, οι κούτες άλλαζαν κι αυτές. Από τα κουτιά του Νουνού, περάσαμε στα κουτιά των παπουτσιών – εκείνα που έκρυβα τους πρώτους μου θησαυρούς: τα αυτοκόλλητα της Panini, τις μπίλιες μου, έναν μισογραμμένο κατάλογο με τους συμμαθητές από το δημοτικό μην τύχει και ξεχάσω κανένα-δεν είχαμε Facebook ή Viber τότε! Κάθε κούτα, μια εποχή, ένας σταθμός σε χαρτοκιβώτιο.
Ο Σεπτέμβρης σήμαινε νέα τετράδια, καινούρια μολύβια και φυσικά… νέα κούτα να τακτοποιήσω τα παλιά βιβλία και τετράδια… Η μητέρα μου έλεγε «μην πετάξεις τίποτα, κράτα το στην κούτα, ίσως χρειαστεί», λες και η ζωή μου ήταν διαρκώς σε προετοιμασία για μετακόμιση. Και δεν είχε άδικο τελικά…μετά το λύκειο πανελλήνιες σε μια εποχή, που ότι αγαπούσα (ή έπρεπε να αγαπήσω) χωρούσε σε μία κούτα: βιβλία, σημειώσεις, post – it και νεύρα. Κυρίως νεύρα. Και όταν πέρασα στη Σχολή….ήταν η αρχή από πολλές κούτες, με σιδερωμένες στολές και… κουβάλημα. Τι κουβαλούσαμε; Κούτες. Πολλές κούτες. Ό,τι είχα, ό,τι μου επιτρεπόταν να πάρω μαζί μου, ήταν πακεταρισμένο, ταξινομημένο και αριθμημένο. Η ζωή μου ξαφνικά απέκτησε καπάκι, ταινία συσκευασίας και όνομα! Ναι καλά διαβάσατε… όνομα! Άλλη πόλη, άλλη βάση, άλλο σπίτι, άλλη κούτα, «κούτα Αλεξανδρούπολης», «κούτα Κομοτηνής», «κούτα Μυτιλήνης»…
Έμαθα να μετράω τις φάσεις της ζωής μου όχι σε χρόνια, αλλά σε χαρτοκιβώτια. Και κάθε κούτα, ένα στάδιο…Δεν είναι απλώς αποθηκευτικός χώρος, αλλά ένα ημερολόγιο, κάτι σαν το προσωπικό μου timeline. Για άλλους είναι χαρτοκιβώτια. Για μένα, είναι κεφάλαια σε αυτό το ιδιόμορφο ημερολόγιο.
Υπάρχει πάντα και μία κούτα που δεν ανοίγεται ποτέ, η «κούτα με τα σημαντικά», με τις αναμνήσεις, που σε κάθε μετακόμιση λες «θα την ανοίξω κάποια στιγμή να δω τι έχει» και τελικά την αφήνεις κλειστή – γιατί ξέρεις πως αν την ανοίξεις, ίσως αργήσεις να την ξανακλείσεις. Ναι εκείνη με τα γράμματα, τους παππούδες του σημερινού email…
Η ζωή μου όλη είναι μια κούτα. Και το ωραίο; Δεν ξέρεις ποτέ τι θα βρεις μέσα. Όπως και στη ζωή δηλαδή. Και τώρα, κάθομαι ξανά μπροστά σε μια ανοιχτή κούτα και σκέφτομαι τι να βάλω πρώτο: τα ρούχα ή τις κορνίζες; Πάντα διστάζω με τις φωτογραφίες. Είναι κάτι σε αυτές που σε κρατάει πίσω. Κι εγώ πρέπει –πάλι– να πάω μπροστά. Πάντα υπάρχει μια κούτα έτοιμη. Και πάντα, ένα κομμάτι μου μένει πίσω μαζί της. Σαν να αφήνω ένα αποτύπωμα, ένα σημάδι πως ήμουν εδώ. Κι όταν ανοίγω την επόμενη, νιώθω πως δεν ξεκινάω από το μηδέν. Κουβαλάω μαζί μου όλα τα προηγούμενα. Και μέσα σε όλα αυτά τα χαρτόκουτα, ψάχνω κάθε φορά να βρω λίγο χώρο και για μένα.
Λένε πως οι αναμνήσεις δεν χωράνε σε κουτιά. Δεν ξέρουν τι λένε.
Η ζωή μου όλη είναι μια κούτα. Και κάθε φορά που την κλείνω, είναι σαν να κλείνω ένα κομμάτι χρόνου. Τραβώ τη ταινία σφιχτά, όχι για να φυλακίσω όσα έζησα, αλλά για να τους υποσχεθώ πως δεν θα τα ξεχάσω. Γιατί αύριο, το ξέρω, μια νέα κούτα θα ανοίξει. Και ίσως, μέσα στον θόρυβο του χαρτονιού που διπλώνεται, ν’ ακούσω ξανά παιδικές φωνές, μυρωδιές από καλοκαίρια, απογεύματα γεμάτα όνειρα. Όλα εκείνα που γέμισαν τις κούτες μου χωρίς ποτέ να τις βαραίνουν. Όλα εκείνα που με κράτησαν παιδί, όσο κι αν μεγάλωσα.
Όσο γεμίζουν οι κούτες με πράγματα και στιγμές, άλλο τόσο μεγαλώνει μέσα μας ο χώρος για όσα δεν έχουν ακόμη γραφτεί.
Πάντα θα υπάρχει μια κούτα που θα περιμένει το επόμενο ταξίδι. Πάντα θα υπάρχει μια θέση για ένα καινούριο χαμόγελο, ένα βλέμμα, μια ανάμνηση που ακόμα δεν έχει γεννηθεί.
Κι έτσι, πακετάροντας και ξεπακετάροντας, μαθαίνουμε να ζούμε. Να θυμόμαστε. Και, κάπου βαθιά, να ελπίζουμε.